Σελίδες

8 Δεκεμβρίου 2007

Τρείς Πομπώδεις Διακηρύξεις και Ένα Ρομαντικό Ευχολόγιο

Η «Στρατηγική Κασουλίδη για το Κυπριακό» αποτελείται από τέσσερις πυλώνες που στην ολότητά τους αποτελούν επαναδιατύπωση κοινώς αποδεκτών επιδιώξεων σε σχέση με την προσέγγιση του Εθνικού μας Θέματος. Όμως ο ίδιος ο υποψήφιος και η κύρια πολιτική δύναμη που τον στηρίζει εξετάζονται για τη δυνατότητά τους να αναλάβουν τέτοιες δεσμεύσεις και για την ικανότητά τους να ανταποκριθούν σε αυτές.


Η πρώτη διακήρυξη παρουσιάζεται κάτω από το βαρύγδουπο υπότιτλο «Εθνική Συμφωνία Πλαισίου Λύσης», όπου σημειώνεται η ανάγκη καταγραφής των επιδιώξεων της πλευράς μας υπό τη μορφή ενός πλαισίου λύσης που θα είναι προϊόν ενότητας και το οποίο θα προταθεί στην Τουρκία. Ωστόσο, ο ΔΗΣΥ είναι η πολιτική δύναμη που εγκατέλειψε το Εθνικό Συμβούλιο, την πλατφόρμα μέσα από την οποία μπορεί να προκύψει η όποια ενότητα στόχων. Επιπλέον, ο ίδιος ο υποψήφιος βρίσκεται σε διάσταση στόχων με την πλειοψηφία του Κυπριακού λαού αφού θεωρούσε και θεωρεί ότι η λύση που απέρριψε η πλειοψηφία ήταν και είναι ικανοποιητική και συμπερασματικά σε εκείνη τη φιλοσοφία πρόκειται να κινηθεί ως Πρόεδρος.


Η δεύτερη διακήρυξη αφορά την «Ενδοκυπριακή Λύση με Ασφάλεια και Εγγυήσεις Εφαρμογής», που παρουσιάζεται ως σωσίβιο έναντι δοτών λύσεων. Στην ουσία, αυτό ακριβώς το ρόλο εξυπηρετεί η συμφωνία της 8ης Ιουλίου που στα πλαίσια του γενικότερου μηδενισμού αποσιωπάται και βαπτίζεται με ψευδώνυμα για να παρουσιαστεί ως εύρημα.


H τρίτη διακήρυξη είναι η πιο ενδιαφέρουσα και φέρει τον τίτλο «Πρωτοβουλίες για Διπλωματική Υπεροχή» που ακολουθείται από την ευχή «να αποκτήσουμε φίλους». Προσπερνώντας την απλοϊκή αντίληψη που θέλει τους διεθνείς γεωπολιτικούς συσχετισμούς να επηρεάζονται από φιλίες και συμπάθειες, ελέγχεται το περιεχόμενο της ανάληψης «πρωτοβουλιών επιθετικής διπλωματίας». Ήδη, ο Ιωάννης Κασουλίδης (ΡΙΚ, 4 Δεκ. 2007) έδωσε δείγματα για το τι θεωρεί ως τέτοιο διακηρύσσοντας ότι σε περίπτωση εκλογής του θα προβεί στην αναγνώριση των πανεπιστημίων του Ψευδοκράτους. Ίσως μία ακόμη πιο επιθετική διπλωματική πρωτοβουλία θα ήταν να δεσμευτεί από τώρα δημοσίως ότι θα αναγνωρίσει την ίδια την «TRNC» αφού αν ο στόχος είναι ο εξευμενισμός της Τουρκίας και των ξένων δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν με ημίμετρα.


Το τέταρτο σημείο είναι ομολογουμένως πιο ρεαλιστικό και διαχρονικό, αλλά δεν παύει από το να είναι ευχολογικό και αυτονόητο. Διαρρηγνύει ανοικτές θύρες αναφέροντας ότι πρέπει «η Τουρκία να πιεστεί στο Κυπριακό», όμως ο ίδιος ο υποψήφιος τον μόνο που πιέζει είναι τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας για να είναι περισσότερο υποχωρητικός, για να συζητά χωρίς προετοιμασία και χωρίς ημερήσια διάταξη.


Η αοριστολογία και τα μεγάλα λόγια επιστρατεύονται για να κρύψουν το κενό και την κακή κρίση του παρελθόντος. Το ερώτημα που προκύπτει όμως είναι το εξής: Εάν η ηγεσία ενός πολιτικού χώρου αδυνατεί να καταθέσει σαφείς προτάσεις ως αντιπολίτευση, πώς θα λειτουργήσει ως κυβέρνηση; Τολμώ να εισηγηθώ ότι αντίθετα με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ που εν όψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε να προσφέρει στο λαό του «μόνο αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα», ο Ιωάννης Κασουλίδης έχει να προσφέρει μόνο χαμόγελα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.


[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΣΗΜΕΡΙΝΗ"]

20 Ιουλίου 2007

20 Ιουλίου: Αντί Επετειακού

Δυστυχώς ο χρόνος αποδεικνύει ότι ο υπερτονισμός και η υπερχρήση των στοιχείων που επιλέγηκαν ως συμβολική υπόκρουση του αντικατοχικού μας αγώνα, επισκίασαν τα πολύ σημαντικότερα σημαινόμενα. Τα συνθήματα, τα γραφικά τοπία και τα συρματοπλέγματα υπό τη συνοδεία ξύλινης ρητορικής περί «πατρογονικών εστιών», «επιστροφής» και «επανένωσης» αντικατέστησαν τη σαφή στόχευση προς το αυτονόητο: την αποκατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταπατούνται κατ’ εξακολούθηση.

Στα πλαίσια των λεγόμενων real-politics, η επίκληση του δικαίου στο χώρο των διεθνών σχέσεων θεωρείται παρωχημένη και εμπόδιο στη διαδικασία της «επίλυσης συγκρούσεων». Ωστόσο, στην προσέγγιση διεθνών εγκλημάτων η αποκατάσταση της δικαιοσύνης δεν μπορεί παρά να είναι αυτοσκοπός. Ο διπλωματικός δικολαβισμός που μετονομάζει τα «εγκλήματα» σε «συγκρούσεις» εμβολιάζει τη διεθνή κοινή γνώμη και τους πολίτες των εθνών με ισχυρές δόσεις κυνισμού που κατά κανόνα έχουν αρνητικές παρενέργειες.

Η κυνική παραδοχή ότι η λύση του κυπριακού δεν θα είναι δίκαιη αλλά μόνο λειτουργική και βιώσιμη, μετατρέπει το όλο ζήτημα σε απλό πρόβλημα προς διεκπεραίωση, στα πλαίσια της ευρύτερης μανατζερίστικης [sic] αντιμετώπισης των πραγμάτων. Η λογική της αναζήτησης διευθετήσεων λιγότερο ή περισσότερο κοντά στο περί δικαίου αίσθημα και λιγότερο ή περισσότερο μακριά από τη σημερινή de facto κατάσταση δεν συναντά αξιόλογη αντίδραση καθώς με την απαλοιφή της έννοιας της δικαιοσύνης, οι εναπομείνασες λέξεις έχουν χαρακτήρα υποκειμενικό και σχετικό άρα επί του πρακτέου, περιορισμένου ενδιαφέροντος.

Εφόσον λοιπόν αυτοεξαιρούμαστε από την αναζήτηση του δικαίου μας παραδεχόμενοι ότι αυτοσκοπός είναι η λειτουργικότητα και η βιωσιμότητα, η επί τριάντα και πλέον χρόνια συνεχιζόμενη κατάσταση δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της μονιμότητας, ενισχυόμενη από την επάρκεια των υλικών αγαθών και την ευμάρεια. Η κίβδηλη αντίληψη ότι τα πράγματα μπορούν να παραμείνουν ως έχουν κερδίζει έδαφος χαρακτηρίζοντας την προοπτική της επανένωσης και της άρσης της κατοχής ως τάση ρομαντική και επικίνδυνη.

Η αποπολιτικοποίηση των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων απομακρύνει τους τελευταίους από παραδοσιακά οργανωμένα σύνολα και κατ’ επέκταση από ιδεώδη και ιδανικά, προάγοντας τον ατομικισμό και τον αμοραλισμό. Στον Ουίνστον Τσώρτσιλ αποδίδεται ο αφορισμός που ορίζει την πεντάλεπτη συζήτηση με τον απλό ψηφοφόρο ως το καλύτερο επιχείρημα ενάντια στη δημοκρατία. Κατ’ αναλογία, θα έλεγα ότι μία πεντάλεπτη συζήτηση με το μέσο Κύπριο, χωρίς μικρόφωνα και χωρίς κάμερες, είναι δυστυχώς το καλύτερο επιχείρημα ενάντια στην επανένωση της Κύπρου. Αν αυτή η αντίληψη είναι αναστρέψιμη, σημαίνει πως αναστρέψιμη είναι και η κατοχή. Αν όχι, σημαίνει πως συνηθίσαμε τόσα χρόνια στο κλουβί και μας αρκούν οι μαύρες επετείοι μας.



[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΣΗΜΕΡΙΝΗ"]